Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΕΡΚΥΡΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΕΡΚΥΡΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2012

ΚΩΝΣΤΑΝΤΝΟΣ ΘΕΟΤΟΚΗΣ (1872-1923)


Ο Στέφανος-Κωνσταντίνος (Ντίνος) Θεοτόκης, γεννήθηκε, στην οικία που διατηρούσε η οικογένεια του στην πόλη της Κέρκυρας, στις 13 Μαρτίου 1872. Ήταν ένα από τα δέκα παιδιά του Μάρκου-Αλοΰσιου Θεοτόκη και της Αγγελικής Πολυλά, ανεψιάς του Ιακώβου Πολυλά. Σε ηλικία 17 ετών, το 1889, γνώστης ήδη τριών ξένων γλωσσών (της ιταλικής, της γαλλικής και της γερμανικής), αναχώρησε για το Παρίσι και εγγράφηκε στη Φυσικομαθηματική Σχολή του Πανεπιστημίου της Σορβόννης. Παραμένει στο Παρίσι για δύο χρόνια και στη συνέχεια επιστρέφει στην Κέρκυρα μέσω Βενετίας, όπου γνωρίζει την Βαρώνη Ερνεστίνη Μάλλοβετς φον Μάλλοβιτς ουντ Κοσορ (Mallowetz von Mallowitz und Kossor). Το 1893 επιστρέφει στην Βενετία και παντρεύεται την Ερνεστίνη στις 11 Σεπτεμβρίου 1893 στην Πράγα.
Εγκαταλείπει τις σπουδές του και μαζί με τη σύζυγό του επιστρέφουν στην Κέρκυρα και εγκαθίστανται στους Καρουσάδες. Το 1895, εκδίδεται στα γαλλικά το πρώτο πεζογράφημά του Vie de montagne, από το οποίο φάνηκε η ιδιαίτερη συγγραφική του κλίση, ενώ παράλληλα γεννιέται η κόρη του Τίνα (Τίνερλ - Tinerl). Ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης επηρεάστηκε αρχικά από τη γερμανική ιδεοκρατία και ιδιαίτερα από τον Νίτσε. Τρανή απόδειξη Το Πάθος (1899), που αποτελεί πιστή απήχηση του Τάδε έφη Ζαρατούστρας(1883-4). Την εποχή αυτή ζει μία αρχικά ήρεμη ζωή στους Καρουσάδες, την οποία εκτός από τα βιβλία του και το συγγραφικό του έργο, τη θερμαίνει η φιλία του με τον Μαβίλη. Μαζί συμμετέχουν σε εθνικούς απελευθερωτικούς αγώνες (όπως η επανάσταση της Κρήτης το 1896 και της Θεσσαλίας το 1897) και σε τοπικές πρωτοβουλίες, (εναντίον της απόφασης του δήμου της Κέρκυρας για την εγκατάσταση ρουλέτας στο νησί, το 1902).
Το 1898, βρίσκεται στο Γκράτς όπου παρακολουθεί για διάστημα έξι μηνών πανεπιστημιακά μαθήματα. Στο ταξίδι αυτό συνοδεύεται από την οικογένεια του. Το 1900 χάνει την κόρη από μηνιγγίτιδα και αφοσιώνεται στο έργο του. Συμμετέχει στην Συντροφιά των Εννέα και σχεδιάζει την οργάνωση ενός συνεδρίου δημοτικιστών στην Κέρκυρα με την παρουσία του Αλέξ. Πάλλη (1905). Παράλληλα, μεταφράζει αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, και από τα σανσκριτικά Βέδες και αποσπάσματα επών απ’ την ινδική λογοτεχνία και δημοσιεύει σχετικές του μεταφράσεις και τα πρώτα του πεζά στα περιοδικά της εποχής (Η τέχνη 1898-1916, Ο Διόνυσος 1901-1902, Ο Νουμάς 1904-1916).
Ταξιδεύει για επιμόρφωση και πάλι στην Ευρώπη, παρακολουθώντας με την ιδιότητα του ακροατή για τέσσερα εξάμηνα μαθήματα στο πανεπιστήμιο του Μονάχου (1907- 1909). Επιστρέφοντας, συνδέεται με τον Χατζόπουλο με τον οποίο αλληλογραφεί ανταλλάσσοντας ιδέες, ενώ το 1911 ψυχραίνεται με τον Μαβίλη για ιδεολογικούς λόγους. Συμμετείχε στην ίδρυση του Σοσιαλιστικού ομίλου και τουΑλληλοβοηθητικού εργατικού συνδέσμου Κερκύρας (1910-1914), ενώ παράλληλα υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής του κινήματος για την χειραφέτηση των γυναικών. Η εποχή αυτή είναι η πλέον παραγωγική και δραστήρια περίοδος του Κ. Θεοτόκη. Γνώστης πλέον δέκα γλωσσών πέραν των Ελληνικών, πέντε ομιλουμένων (γαλλικά, αγγλικά, γερμανικά, ιταλικά, ισπανικά) και πέντε νεκρών (αρχαία Ελληνικά, λατινικά, εβραϊκά, αρχαία περσικά και σανσκριτικά) εκδίδει μεταφράσεις και δικά του αυτοτελή έργα στην Κέρκυρα (Η τιμή και το χρήμα, Η Σακούνταλα του Καλιδάσα), στην Τυβίγγη (Τα Γεωργικά του Βιργιλίου) και στην Αλεξάνδρεια (Το Νάλας και Νταμαγιάντη από το ινδικό έπος Μαχαμπαράτα, σε μετάφραση Λ. Μαβίλη και συμπλήρωση δική του).
Έχει πλέον εγκατασταθεί από το 1914 στην πόλη της Κέρκυρας. Το μεταφραστικό του έργο δεν περιορίζεται σε μεταφράσεις από τα σανσκριτικά και τα λατινικά αλλά εμπλουτίζεται με μεταφράσεις από ποιήματα του Σαίξπηρ (Οθέλλος, Τρικυμία, Μακβέθ), του φιλοσοφικού ποιήματος του Λουκρητίου Περί Φύσεως και έργων αρχαίων ελλήνων συγγραφέων. Τότε καταστρώνεται, στις δύο αρχικές μορφές του και το μυθιστόρημα Οι σκλάβοι στα δεσμά τους και ολοκληρώνεται η Ιστορία της ινδικής λογοτεχνίας.
Το 1917 μετακομίζει στην Αθήνα, όπου του προσφέρεται η θέση του διευθυντού Λογοκρισίας από την οποία και παραιτείται μετά από δύο μέρες (1917). Διορίζεται προσωρινά ως έκτακτος υπάλληλος στην «Υπηρεσία Ξένων και Εκθέσεων» και οριστικά στην Εθνική Βιβλιοθήκη, αρχικά ως γραμματέας και έπειτα προάγεται σε τμηματάρχη β' τάξεως (1918). Την περίοδο αυτή έρχονται στο φως τα δοκιμότερα πεζά έργα του (Κατάδικος, Η ζωή και ο θάνατος του Καραβέλα, Οι σκλάβοι στα δεσμά τους) και μεταφράσεις του όπως από τον Γκαίτε (Ερμάννος και Δωροθέα), από τον Σαίξπηρ (Άμλετ, Βασιληάς Λήρ), από τον Φλωμπέρ (Η κυρία Μποβαρύ, δύο τόμοι) και από τον Russel (Τα προβλήματα της Φιλοσοφίας). Με το τέλος του Α' Παγκοσμίου πολέμου και την πτώση της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας η γυναίκα του Ερνεστίνη χάνει όλη της την περιουσία, την οποία είχε κληρονομήσει μετά τον θάνατο των άκληρων αδελφών της, δηλαδή στο διάστημα 1903-1914 μετά τον γάμο της με τον συγγραφέα.
Προσβεβλημένος από την επάρατη νόσο (1922) συνεχίζει το συγγραφικό του έργο με το πεζό: «Ο παπά Ιορδάνης Περίχαρος και η ενορία του». Πρόλαβε να γράψει τις πρώτες τριάντα σελίδες. Πέθανε στο σπίτι του ζωγράφου Άγγελου Γυαλινά, στην Κέρκυρα, την 1η Ιουλίου 1923 αφήνοντας το μερίδιό του από την πατρική του περιουσία στη σύζυγό του Ερνεστίνη.




Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΘΕΟΤΟΚΗΣ ΤΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΟΣ

Ογδόντα χρόνια μετά το θάνατο του Κωνσταντίνου Θεοτόκη (1η Ιουλίου 1923) και η πνευματική φυσιογνωμία του Κερκυραίου λογοτέχνη, γνωστού από έργα του όπως «Η ζωή και ο θάνατος του Καραβέλα», παραμένει επίκαιρη. Συγγραφέας με ισχυρή προσωπικότητα, στα χρόνια της γενιάς του Παλαμά, σημάδεψε με την εργοβιογραφία του την ελληνική διανόηση των αρχών του 20ού αιώνα.


Η δύναμη της πένας του εξακολουθεί να προκαλεί το φιλολογικό ενδιαφέρον και, παρ' ότι αγνοήθηκε από τη «γενιά του '30», θεωρείται σταθερός-συνειδητός υποστηρικτής των ιδεολογικών πεποιθήσεών του που συνάμα καλλιέργησε αδιάπτωτα τη συγγραφική τέχνη του.

Γεννήθηκε στους Καρουσάδες της Κέρκυρας το 1872 από εύπορη οικογένεια του νησιού. Γιος του Μάρκου Θεοτόκη και της Αγγελικής Πολυλά, ανιψιάς του Ιάκωβου Πολυλά, μεγάλωσε σε καλλιεργημένο αστικό περιβάλλον φοιτώντας στο ιδιωτικό σχολείο Κοντούτη και κατόπιν στο Εκπαιδευτήριο «Καποδίστριας». Σε ηλικία 17 ετών γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης για να σπουδάσει φυσικομαθηματικά. Λίγο αργότερα συνέχισε στη Βενετία, όπου και γνωρίστηκε με την κατοπινή σύζυγό του, τη μεγαλύτερή του κατά 17 χρόνια βαρόνη Ερνεστίνη φον Μάλοβιτς, η οποία διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην κοινωνική, πνευματική και πολιτική του εξέλιξη.


Ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης εν μέσω της Γαλάτειας Καζαντζάκη και της αδελφής της Ελλης Αλεξίου, το 1921, στη Δεξαμενή του Κολωνακίου
Ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης διακρίθηκε για την ευρύτητα πνεύματος και την ικανότητά του να αφομοιώνει όλα τα ιδεολογικά, φιλοσοφικά και αισθητικά ρεύματα της Ευρώπης με παρονομαστή την ελληνική λογιοσύνη της εποχής του. Ταξίδεψε σε αρκετές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, ήλθε σε επαφή με όλες τις νέες αντιλήψεις περί κοινωνικής δικαιοσύνης και ήθους, γνώρισε το γερμανικό ιδεαλισμό και επηρεάστηκε από το νιτσεϊκό πνεύμα. Οταν επανεγκαταστάθηκε στην Κέρκυρα γνώριζε άπταιστα δέκα γλώσσες (μεταξύ αυτών, αρχαία περσικά, σανσκριτικά, εβραϊκά) και ήταν έτοιμος να αφοσιωθεί στη λογοτεχνική και πολιτική δράση. Ως εκ τούτου, η φιλία του με τον Λορέντζο Μαβίλη επηρέασε τις κατοπινές επιλογές του. Ενστερνίστηκε τις σοσιαλιστικές ιδέες που τότε έκαναν την εμφάνισή τους στην Ευρώπη. Μαζί με τον ομότεχνο Κερκυραίο φίλο του επιδίωξε να συμβάλει με την παρουσία του στην κοινωνική αφύπνιση του ελληνικού λαού, στη δημιουργία αιχμών προβληματισμού και δράσης προς μια πιο σύγχρονη και απαλλαγμένη από άκαιρους ρομαντισμούς κοινωνία.

Η διαφθορά, η αδικία, η πολιτιστική υποβάθμιση, η οικονομική καταπίεση των ασθενέστερων στρωμάτων, σε αντιπαράθεση με την αριστοκρατία και την ολιγαρχία, γίνονται αντικείμενο της πεζογραφικής δημιουργίας του. Παράλληλα, στα χρόνια που έκανε τις πρώτες δημοσιεύσεις και μεταφράσεις του σε περιοδικά της εποχής («Η τέχνη», «Διόνυσος», «Ο Νουμάς»), συμμετείχε πολεμώντας στην κρητική επανάσταση και στον πόλεμο του 1897, και έζησε τα γεγονότα του κινήματος στο Γουδί (1909). Στο μεταξύ, ταξίδεψε σε πανεπιστήμια της Αυστρίας και της Γερμανίας, με αποτέλεσμα να απαρνηθεί τον Νίτσε και να γνωρίσει περαιτέρω τη μαρξιστική θεωρία. Εκτοτε συνδέθηκε με τον Κωνσταντίνο Χατζόπουλο και πρωτοστάτησε στην ίδρυση του «Σοσιαλιστικού Ομίλου» στην Κέρκυρα (1911), ενώ συνέπραξε με τους δημοτικιστές του Γληνού και του Ψυχάρη. Στη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου προσχώρησε στο Κόμμα Φιλελευθέρων αναλαμβάνοντας -πρόσκαιρα- πολιτική δράση στο πλευρό του Ελευθέριου Βενιζέλου.

Είναι η εποχή που ο Κ. Θεοτόκης ωρίμαζε πολιτικά και λογοτεχνικά, κάτι που αποτυπώνεται εμφανώς στα βιβλία «Η τιμή και το χρήμα» και «Οι σκλάβοι στα δεσμά τους». Η εκφραστική μανιέρα του, πάντως, εξελίχθηκε σταδιακά. Από το γερμανικό ιδεαλισμό και τη μεσαιωνική μυθολογία των πρώτων διηγημάτων του («Πίστομα», «Ακόμα;», «Τίμιος κόσμος» κ.ά.) κατευθύνθηκε προς τη νατουραλιστή γραφή των Ζολά, Μπαλζάκ και Φλομπέρ, επικεντρώθηκε στον κοινωνικό ρεαλισμό και στην ηθογραφία. Ως εκ τούτου, ο τραγικός χαρακτήρας των ηρώων του ενισχύεται από τους δεξιοτεχνικούς διαλόγους και την πυκνότητα της αφηγηματικής τεχνικής του. Και βέβαια, σταθερό σημείο αναφοράς στην πεζογραφία του παραμένει ο ενθουσιασμός της μετακένωσης των προοδευτικών ιδεών όσο και ο προβληματισμός για την πραγματικότητα όπως αυτή διαγραφόταν κατά τη διάρκεια και το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Για τούτο και η κριτική τον έχει τοποθετήσει στους εισηγητές του κοινωνιστικού μυθιστορήματος στην Ελλάδα προαναγγέλλοντας, τινί τρόπω, τους μαχόμενους συγγραφείς της πρώτης και της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς. Κατά πολλούς μελετητές του έργου του, το «Η ζωή και ο θάνατος του Καραβέλα» αποτελεί απόγειο της δημιουργίας του και προφανώς το περισσότερο διαβασμένο βιβλίο του.


ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΟΥΒΑΛΗΣ,  ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ  12/07/2003